Η ιστορία της έπαυλης – Η χλιδή και τα υπέρογκα ποσά για την κατασκευή της – Το μαρμάρινο στολίδι της περιοχής των Εξοχών
Η βίλα Μορντώχ αποτελεί δείγμα εκλεκτικισμού, στην περιοχή των «Πύργων» της Ανατολικής Θεσσαλονίκης.
Ένα από τα λίγα αρχοντικά που «σώθηκαν» και διατηρούνται μέχρι και σήμερα σε άριστη κατάσταση, φέρνοντας το άρωμα του παρελθόντος της πάλαι ποτέ περίφημης περιοχής των «εξοχών», η οποία εκτεινόταν έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης.
Η βίλα βρίσκεται στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας με Μαρτίου και καμαρώνει μέσα στην πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της πόλης, απαστράπτουσα με τα λευκά μάρμαρα και την αρχοντιά της.
«Τι ωραίο που είναι»
Δεν είναι τυχαία η επιγραφή στην αετωματική απόληξη στην πρόσοψη του κτηρίου, όπου στον κεντρικό μαρμάρινο ομφαλό υπάρχει γραμμένη στα αραβικά η ευχή «Masallah» δηλαδή (Τι ωραίο που είναι ή ό,τι θέλει ο θεός).
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Γ. Αθανασιάδη στην εφημερίδα «Ακρόπολις»: «….Μια σπατάλη μαρμάρου παρατηρείται επάνω της, είναι δε γνωστό πόσον σπάνια είναι εις την Θεσσαλονίκην τα μάρμαρα. Αι ωραίαι στοαί της με τους μαρμάρινους στύλους, αι τρεις μαρμάριναι κλίμακες, οι κομψοί εξώσται, ο γραφικώτατος πυργίσκος της, την καθιστούν μοναδικήν δια την Θεσσαλονίκην. Έχει ακόμη ωραίον κήπον, εκτεταμένας σέρρας, μεγάλους σταύλους, ωραίαν θέα και… κάποιαν ιστορίαν».
Οικία Σεϊφουλάχ Πασά
Η μεγαλοπρεπής έπαυλη χτίστηκε το 1905 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη έπειτα από επιθυμία της Χατιτζέ Ναφιά, κόρης του Λουτφή Μπέη και συζύγου του υπασπιστή του σουλτάνου και διοικητή της περιφέρειας Σκοπίων, Σεϊφουλάχ Πασά. Για την κατασκευή της βίλας δαπανήθηκαν υπέρογκα ποσά για την εποχή, με το στοιχείο της χλιδής να είναι εμφανές στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους. « Τόσον διά την εξωτερικήν της διακόσμησιν όσον και διά την εσωτερικήν εδαπανήθησαν γενναία ποσά. Η εσωτερική της χλιδή και μεγαλοπρέπεια ήτο ονειρώδης. Τας δαπάνας τας είχεν εξοικονομήση καθώς φαίνεται ο Σειφουλάχ Πασάς κατά την εκστρατεία της Θεσσαλίας, πλην δεν επρόφθασε να χαρή το Ανάκτορόν του».
Μόνο μια νύχτα έμεινε στη βίλα
Ο Σεϊφουλαχ Πασάς κατάφερε να κοιμηθεί στην έπαυλη μόνο μια νύχτα, διότι διατάχθηκε την επόμενη να αναχωρήσει εσπευσμένα στην Αλβανία.
Παράλληλα του ζητήθηκε από την Κυβέρνηση «πόθεν έσχες» για τα έξοδα της έπαυλης. Ο πασάς, μην μπορώντας να τα δικαιολογήσει, αυτοκτόνησε και η βίλα πέρασε στα χέρια της συζύγου του, η οποία αναγκάστηκε να την ξεπουλήσει στο ευκαταφρόνητο ποσό των 7 χιλιάδων λιρών.
Η έπαυλη αγοράστηκε το 1907 από την εύπορη οικογένεια Σαλώμ (τα αδέρφια Ισαάκ και Μαρκ Αβραάμ Σαλώμ) και αργότερα το 1923 πωλήθηκε στη Νέλλη, σύζυγο του Σαμουήλ Μορδώχ.
Εκλεκτικισμός και αναγέννηση
Η βίλα συνδυάζει νεοκλασικά, αναγενησιακά, μπαρόκ και art-nouveaux στοιχεία, τα οποία διαφοροποιούνται στις όψεις δίνοντας ένα πληθωρικό χαρακτήρα στο κτήριο.
Χαρακτηριστικός είναι ο πυργοειδής κρεμμυδόσχημος τρούλος που του δίνει άλλη ιδιαιτερότητα. Ιδιαίτερος είναι και ο εσωτερικός διάκοσμος του κτηρίου που επαναλαμβάνεται στις οροφές των δωματίων, ο οποίος περιλαμβάνει φυτικά θέματα, μπορντούρες, ροζέτες, μενταγιόν και συμπλέγματα. Οι τοιχογραφίες που συναντάμε στα δωμάτια είναι επηρεασμένες από κλασικιστικά πρότυπα με έντονες χρωματικές αντιθέσεις που φέρουν την τέχνη της Ανατολής. Οι τοιχογραφίες, όπως διαβάζουμε, είναι του Τούρκου καλλιτέχνη Νουρεντίν και ολοκληρώθηκαν το 1905.
Η «περιπέτεια» της βίλας
Από την κατοχή και έπειτα ξεκινάει η ταλαιπωρία της βίλας. Τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν το κτήριο και μετά την απελευθέρωση εγκαθίστανται τα γραφεία του ΕΛΑΣ. Το 1947 επιτάσσεται από την Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, η οποία το παραδίδει στο Γ’ Σώμα Στρατού. Τότε ξεκίνησε και η δικαστική διαμάχη της Νέλλης Μορντώχ, διότι το κτήριο αυθαίρετα είχε καταληφθεί και το 1952 εκκενώνεται. Την ίδια χρονιά πωλείται το κτήριο με τον περιβάλλοντα χώρο στο Ι.Κ.Α, ενώ παράλληλα εγκαταστάθηκαν σε αυτό αυθαίρετα οι υπηρεσίες του ΝΑΤΟ.
Η εγκατάλειψη και οι λεηλασίες
Από το 1955 ως το 1972, το κτήριο λειτουργεί ως πολυιατρείο του ΙΚΑ και έπειτα εγκαταλείπεται τελείως. Αν και το 1976 χαρακτηρίσθηκε διατηρητέο μνημείο, κατά τη διάρκεια της εγκατάλειψης, ως το 1980, υπέστη σοβαρές ζημιές και γίνεται καταφύγιο διάφορων ατόμων, που το λεηλατούν και το καταστρέφουν. Εκείνη την περίοδο καταστράφηκαν σημαντικά στοιχεία της διακόσμησης, χάθηκαν ξυλόγλυπτα των εσωτερικών υπέρυθρων, σιδεριές, το μεγαλύτερο μέρος του μαρμάρινου τζακιού, ξυλόγλυπτες πόρτες, ακόμα και όλα τα μπρούτζινα χερούλια.
Τη δεκαετία του ’80 η βίλα επισκευάζεται και δαπανώνται περίπου 12.000.000 δρχ για την αποκατάστασή της, που περιλάμβανε συντήρηση και αποκάλυψη των τοιχογραφιών, αποκατάσταση του τζακιού και του τρούλου, βάψιμο του κτηρίου, αποκατάσταση όλων των ξύλινων κουφωμάτων και πατωμάτων.
Η βίλα Μορντώχ φιλοξένησε για αρκετά χρόνια τη δημοτική πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, ενώ σήμερα στεγάζει τις υπηρεσίες του Ε’ Δημοτικού Διαμερίσματος της Θεσσαλονίκης και τον Οργανισμό Ρυθμιστικού.
Από το φύλλο της THESSNEWS #124 (22/09/2018-23/09/2018)
Comments are closed.