Στις παρυφές της Άνω Πόλης, κοντά στα ανατολικά τείχη, στο τέρμα της οδού Αποστόλου Παύλου και Ηροδότου και μια ανάσα από την πολύβουη οδό της Αγίου Δημητρίου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου του Ορφανού.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα ο ναός σφύζει από κόσμο που ευλαβικά παρακολουθεί τη θεία λειτουργία μέσα σε κλίμα κατάνυξης. Τη Μεγάλη Πέμπτη γυναίκες και κορίτσια ψάλλουν τροπάρια καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και στολίζουν περίτεχνα τον επιτάφιο. Ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή η περιφορά του επιταφίου γίνεται στα στενά δρομάκια της Άνω Πόλης που πλημμυρίζουν από κόσμο.
Μετόχι της Μονής Βλατάδων
Ο χαρακτηριστικός για την απλότητά του ναός κτίστηκε τον 14ο αιώνα και αποτελούσε καθολικό βυζαντινού μοναστηριού. Από τον 17ο αιώνα αποτελεί μετόχι της μονής Βλατάδων και υπάγεται στο Πατριαρχείο.
Δεν γνωρίζουμε με σιγουριά από πού πήρε το όνομα «Ορφανός», σε έγγραφα όμως του 17ου και 18ου αιώνα υπάρχουν αναφορές στο όνομα «Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός» και «Άγιος Νικόλαος των Ορφανών» και ίσως να οφείλεται αυτή η ονομασία στην ύπαρξη ορφανοτροφείου στον χώρο της μονής.
Ιδρυτής του ναού φέρεται να είναι ο Σέρβος κράλης Στέφανος Μιλουτίν, ο οποίος έπειτα από τον γάμο του με τη Σιμωνίδα, κόρη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, ανέπτυξε σχέσεις με την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Ο ναός και τα παρεκκλήσια
Ο πλινθόκτιστος μικρός ναός σχεδιάστηκε σύμφωνα με την αρχιτεκτονική της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, αλλά στην πάροδο των χρόνων υπέστη αρκετές αλλαγές. Αποτελείται από ένα μακρόστενο κεντρικό χώρο που περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές του με κλειστό περίστωο. Ο ναός ακολουθούσε την παράδοση των ναών της Κωνσταντινούπολης όπου κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια στα περίστωά τους φιλοξενούσαν ταφικά μνημεία. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν τάφους κάτω από το δάπεδο του περιστώου.
Ο ναός διακρίνεται σε τρεις χώρους που αποτελούν ουσιαστικά τον ναό και τα δύο παρεκκλήσια του, του Αγίου Σάββα και της Αγίας Βαρβάρας στην ανατολική πλευρά. Εσωτερικά ο κεντρικός χώρος επικοινωνεί με τις πλάγιες στοές μέσω δίλοβων ανοιγμάτων που κοσμούνται από επαναχρησιμοποιημένα Θεοδοσιανά κιονόκρανα με δύο σειρές από φύλλα άκανθας. Το μαρμάρινο τέμπλο είναι το αρχικό, σώζεται σχεδόν ακέραιο και φέρει γραπτό διάκοσμο.
Ποτέ δεν λειτούργησε ως τζαμί
Κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας η μονή δεν μετατράπηκε σε τζαμί και συνέχισε κανονικά τη λειτουργία της. Κατά τις εργασίες αποκατάστασης του ναού την περίοδο 1957- 1960, αποκαλύφθηκαν οι αριστουργηματικές τοιχογραφίες, που είναι από τις πληρέστερα σωζόμενες σε μνημεία της εποχής.
Πλούσιος διάκοσμος
Ο πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος συνδέεται με την ανέγερση του ναού τη δεκαετία 1310 -1410 και είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα ζωγραφικής των Παλαιολόγων. Ο δημιουργός τους πιθανώς είναι το ίδιο πρόσωπο που φιλοτέχνησε το καθολικό της σερβικής μονής Χελανδαρίου την εποχή του Μιλιούτιν (1314). Ο διάκοσμος διακρίνεται για το έντονο χρωματικό πλούτο, τη συγκρατημένη κίνηση των μορφών και την έντονη αφηγηματική διάθεση.
Οι αριστουργηματικές τοιχογραφίες
Στον κυρίως ναό εικονίζονται σκηνές από τον βίο και τα θαύματα του Χριστού, μορφές Αγίων και σκηνές του Δωδεκαόρτου και στην αψίδα εικονίζεται η Θεοτόκος Αχειροποίητος με τους δυο αρχαγγέλους. Στα περίστωα εικονίζονται ο βίος του Αγίου Νικολάου και Μηνολόγια στη δυτική πλευρά, ενώ στη νότια ο βίος του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτη και ο Ακάθιστος Ύμνος.
Ο Γάμος της Κανά
Χαρακτηριστική είναι η αναπαράσταση του Γάμου της Κανά με τους νεόνυμφους στο κέντρο να αναρωτιούνται πώς σώθηκε το κρασί, με την Παναγία και τον Ιησού στα αριστερά και έναν ιερέα να υψώνει το ποτήρι στα δεξιά.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου
Ιδιαίτερα πολυπρόσωπη είναι η τοιχογραφία της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου στο πρώτο επίπεδο κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο. Η Παναγία είναι στη νεκρική κλίνη και γύρω της συγκεντρωμένο πλήθος με χαρακτηριστικές εκφράσεις οδύνης στα πρόσωπά τους. Στο δεύτερο επίπεδο, βρίσκεται στο κέντρο ο Χριστός πλαισιωμένος από αγγέλους να κρατά στα χέρια του την ψυχή της Παναγίας που έχει τη μορφή σπαργανωμένου βρέφους.
Η σχέση του Σέρβου Ηγεμόνα Μιλιούτιν με τις τοιχογραφίες της μονής συνάγεται από την οικογενειακή σχέση του με τον Ανδρόνικο Β’ και φανερώνει τον κεντρικό ρόλο της Θεσσαλονίκης στην τέχνη των Βαλκανίων.
Ο ναός αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και βρίσκεται υπό την φροντίδα της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Υποσημείωση: Με πληροφορίες από το βιβλίο των Τσακτσίρα, Παπανθίμου, Μάντζιου, Καλογήρου, Θεσσαλονίκη, η πόλη και τα μνημεία της, 2003, Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη
Από το φύλλο της THESSNEWS #100 (06/04/2018-08/04/2018)
Comments are closed.