Το πρώην Ιταλικό προξενείο, ή αλλιώς η βίλα Σαλέμ, πωλείται σε μια τελευταία προσπάθεια μήπως και σωθεί ένα κομμάτι της Ιστορίας της Θεσσαλονίκης.
Καθώς διέρχεται κάποιος από τη Β. Όλγας δεν γίνεται να μη σκαλώσει το βλέμμα του πάνω στο επιβλητικό κτήριο που σχεδίασε ο Ξενοφών Παιονίδης το 1907.
Περιτριγυρισμένο το διατηρητέο κτήριο από οκταώροφες πολυκατοικίες σε ένα οικόπεδο 1.864τμ, δίνει ανάσα στην περιοχή και διέξοδο στο παραλιακό μέτωπο της πόλης έπειτα και από τη δημιουργία ειδικού πεζόδρομου που σχεδιάστηκε το 1985 ανάμεσα στο κτήριο και τη διπλανή οικία Μιχαηλίδη.
Πωλείται το αρχοντικό
Η βίλα Σαλέμ ανήκει στο ιταλικό κράτος, το οποίο αδυνατεί να την επισκευάσει, να τη συντηρήσει και να διατηρήσει ζωντανή την ιστορία της. Αυτός είναι ο λόγος που πριν μερικούς μήνες το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών και η Ιταλική Πρεσβεία της Αθήνας διενέργησαν έρευνα ενδιαφέροντος για πιθανούς αγοραστές της βίλας, με αρχική τιμή πώλησης 1.513.000 ευρώ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο δήμος Θεσσαλονίκης ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει, ωστόσο η ιταλική κυβέρνηση προτιμάει να πουληθεί σε ιδιώτη και όχι σε δημόσιο φορέα.
Η βίλα Φάντασμα
Τα σημάδια της εγκατάλειψης είναι εμφανή σε όλο το κτήριο. Οι κουπαστές από τα μπαλκόνια από την πλευρά της Β. Όλγας έχουν πέσει, τα παραθυρόφυλλα είναι κατεστραμμένα, η μεγάλη κλιμακωτή μαρμάρινη σκάλα έχει εμφανή σημάδια κατάρρευσης, τα επιχρίσματα των τοίχων έχουν αποκολληθεί και από την πλευρά της θάλασσας οι ψευδοκίονες που συνθέτουν το μπαλκόνι έχουν υποστεί φθορές, όπως και οι ανάγλυφες συνθέσεις περιμετρικά του κτηρίου. Το χαρακτηριστικό κιγκλίδωμα (κτιστό ή σιδερένιο), που αποτελεί ιδιαίτερο μορφολογικό στοιχείο της βίλας, σε πολλά σημεία είναι ανύπαρκτο. Πλέον οι φθορές είναι τόσο έντονες, που καθόλου τυχαία δεν είναι η επιλογή της βίλας- φάντασμα να κοσμήσει πριν τέσσερα χρόνια την αφίσα της πασίγνωστης σειράς American Horror Story.
Η ιστορία της
Η βίλα στην οδό Βασιλίσσης Όλγας 20 κτίσθηκε από τον Ισραηλίτη δικηγόρο Εμμμανουήλ Ραφαήλ Σαλέμ το 1907, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη.
Πριν κτιστεί το διατηρητέο, στο σημείο υπήρχε άλλο κτίσμα που ανήκε στον εβραίο έμπορο Τζεμποργά, γαλλικής υπηκοότητας, ο οποίος αγόρασε τον Νοέμβριο του 1878 το παραλιακό οικόπεδο από τον γιο του Ισμαήλ Αγά, Αλή Εφέντη, και έχτισε την εξοχική του κατοικία στην πανέμορφη τότε περιοχή των «εξοχών». Μερικά χρόνια αργότερα, το 1886, πωλείται στην κόρη του Γιώργου Εβελμαν ή Όλμαν, ελβετικής υπηκοότητας, Άννα Μποργκάτ, και τον Οκτώβρη του 1894 αγοράζει το οικόπεδο μαζί με το σπίτι ο Σαλέμ. Το 1906 κατεδαφίζεται το παλιό κτίσμα και στη θέση του χτίζεται το πανέμορφο αρχοντικό.
Το 1915 το κτήριο μισθώνεται στο προξενείο της Αυστροουγγαρίας και μετέπειτα στο προξενείο των Σέρβων. Το 1924 ο Σαλέμ, μόνιμος κάτοικος Παρισιού, το πουλάει στην τότε Βασιλική Ιταλική κυβέρνηση και λειτουργεί ως ιταλικό προξενείο.
Το τριώροφο κτήριο συνολικής επιφάνειας 945τμ στεγάζει στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο τις προξενικές λειτουργίες, ενώ στον δεύτερο όροφο διαμένει ο πρόξενος.
Μετά τον σεισμό του 1978, όλες οι λειτουργίες του προξενείου μεταφέρονται σε νέο κτήριο στη γωνία Βασιλίσσης Όλγας με Φλέμινγκ και το κτήριο εγκαταλείπεται, αν και δεν υπέστη καμιά σοβαρή φθορά από τους σεισμούς.
Το 1980 το κτήριο ανακηρύσσεται διατηρητέο και το 1984 γίνονται εργασίες ανακαίνισης. Επισκευάζονται τα επιχρίσματα των όψεων, οι σιδηροδοκοί που στηρίζουν το μαρμάρινο κλιμακοστάσιο της πρόσοψης και βάφεται το κτήριο εξωτερικά. Δυστυχώς κατά τις εργασίες γίνεται αυθαίρετη αποκατάσταση του αετώματος που αλλοίωσε σημαντικά την κύρια όψη του κτηρίου.
Από το φύλλο της THESSNEWS #99 (31/03/2018-01/04/2018)
Comments are closed.